Αμβρακικός Κόλπος

 

O Αμβρακικός Κόλπος, είναι ένας από τους έντεκα πιο γνωστούς και αξιόλογους υγροβιότοπους της Ελλάδας και ένας από τους πιο ενδιαφέροντες της Ευρώπης. Η περιοχή του Αμβρακικού είναι μεταξύ των 11 Ελληνικών Υγροτόπων οι οποίοι προστατεύονται από τη Διεθνή Συνθήκη RAMSAR σαν υγρότοπος Διεθνούς Σημασίας, για τη διατήρηση των μεταναστευτικών υδρόβιων και παρυδάτιων πουλιών.

Είναι ένας ξεχωριστός τόπος, μια εσωτερική θάλασσα, σχεδόν κλειστή, με ιδιαίτερο περιβάλλον και κλίμα, και με ζωντανή ανθρώπινη παρουσία χιλιετιών. Ο κόλπος, με χαρακτηριστικά πλούσιους βιοτόπους σε όλη την έκτασή του, αποτελεί ολόκληρος ένα πλήρες οικοσύστημα μεγάλης ποικιλομορφίας και ανεκτίμητης περιβαλλοντικής και αισθητικής αξίας.

divider

Γνωριμία

O Αμβρακικός Κόλπος, είναι ένας από τους έντεκα πιο γνωστούς και αξιόλογους υγροβιότοπους της Ελλάδας και ένας από τους πιο ενδιαφέροντες της Ευρώπης. Η περιοχή του Αμβρακικού είναι μεταξύ των 11 Ελληνικών Υγροτόπων οι οποίοι προστατεύονται από τη Διεθνή Συνθήκη RAMSAR σαν υγρότοπος Διεθνούς Σημασίας, για τη διατήρηση των μεταναστευτικών υδρόβιων και παρυδάτιων πουλιών.

Είναι ένας ξεχωριστός τόπος, μια εσωτερική θάλασσα, σχεδόν κλειστή, με ιδιαίτερο περιβάλλον και κλίμα, και με ζωντανή ανθρώπινη παρουσία χιλιετιών. Ο κόλπος, με χαρακτηριστικά πλούσιους βιοτόπους σε όλη την έκτασή του, αποτελεί ολόκληρος ένα πλήρες οικοσύστημα μεγάλης ποικιλομορφίας και ανεκτίμητης περιβαλλοντικής και αισθητικής αξίας.

 

Γεωγραφία

Ο κόλπος καλύπτει μια μακρόστενη ζώνη (35 Χ 5-15 χλμ) που κόβει κάθετα σχεδόν τη δυτική ακτογραμμή της Ελλάδας. Μια ημίκλειστη περιοχή έκτασης περίπου  450 τ. χλμ. με μέγιστο βάθος τα 65 περίπου μέτρα. Ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας με την ανοιχτή θάλασσα του Ιονίου είναι το Στενό της Πρέβεζας με πλάτος μόλις 600 μ., μήκος 6 χλμ. και βάθος 5-15 μ. Στις δύο βόρειες άκρες του (ΒΔ και ΒΑ) εκβάλλουν αντίστοιχα οι ποταμοί Λούρος και Άραχθος. Κατά μήκος της ακτογραμμής, συνολικού μήκους 256 χλμ., χαρακτηριστικές εναλλαγές διαμορφώνουν το τοπίο. Την ευρύτερη περιοχή της εισόδου του πλαισιώνει προς βορρά η χερσόνησος της Πρέβεζας και προς νότο η ακαρνανική ακτή με το ακρωτήριο του Ακτίου και τη Λευκάδα, λίγο δυτικότερα. Σε όλο το βόρειο τμήμα κυριαρχούν οι υδάτινοι σχηματισμοί και οι εκτεταμένες πεδιάδες της Πρέβεζας και της Άρτας ενώ, κατηφορίζοντας προς την  Αιτωλοακαρνανία, το τοπίο γίνεται πιο συμπαγές, μέχρι τα Ακαρνανικά όρη στα νοτιοδυτικά, σε μικρή απόσταση από την ακτή. Ιδιαιτερότητα αποτελούν επίσης οι εκτεταμένες φυσικές λουρονησίδες στο βόρειο τμήμα του που οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη δράση των δύο κύριων ποταμών του κόλπου.

Η περιορισμένη είσοδος του Αμβρακικού, σε συνδυασμό με την έντονη δράση των ποταμών και των πλημμυρικών φαινομένων στα πεδινά τμήματα της ακτογραμμής, έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός θετικού ισοζυγίου ως προς τα νερά του. Στην πράξη, αυτό σημαίνει μειωμένη αλατότητα σε σχέση με τα νερά της ανοιχτής θάλασσας και αποτελεί το βασικό παράγοντα διαμόρφωσης των πλούσιων οικοσυστημάτων του.

 

 Οικοσύστημα

Πέρα από το κατεξοχήν θαλάσσιο οικοσύστημα του Αμβρακικού, «περιφερειακά» οικοσυστήματα υγροτόπων που καταλαμβάνουν μια έκταση 220 χιλ. στρεμμάτων απλώνονται σε όλη την περίμετρο: μικρές και μεγάλες λιμνοθάλασσες που ορίζονται από μακριές φυσικές λουρονησίδες, παραποτάμιες ζώνες, εκβολές ποταμών, εκτεταμένοι βάλτοι γλυκού και αλμυρού νερού, καλαμιώνες και υγρολίβαδα

Οι λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού κατέχουν την πλέον σημαντική ίσως θέση από όλα τα παραπάνω οικοσυστήματα. Περισσότερες από 20 συνολικά λιμνοθάλασσες με έκταση που ξεπερνά συνολικά τα 70 τ. χλμ. προσδίδουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περιοχή. Οι σχηματισμοί αυτοί χωρίζονται από την ανοιχτή θάλασσα μέσω φυσικών στενών λωρίδων γης, οι περισσότερες από τις οποίες δημιουργήθηκαν με τη συνεχή απόθεση οργανισμών κελυφών οστράκων στα αβαθή νερά. Φυσικά ανοίγματα στις λουρονησίδες επιτρέπουν την κίνηση των νερών αλλά και των ψαριών, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως σημεία παγίδευσης και αλίευσής τους. Η αυξημένη θερμοκρασία και η μειωμένη αλατότητα των νερών στις περισσότερες από τις ρηχές αυτές λιμνοθάλασσες τις κατέστησε, εδώ και αιώνες, φυσικά ιχθυοτροφεία μεγάλης παραγωγικότητας.

Αμμόγλωσσες εισχωρούν για αρκετά χιλιόμετρα μέσα στο νερό και ορίζουν τις λιμνο-θάλασσες

Σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό των λιμνοθαλασσών ιδίως στο βόρειο τμήμα του κόλπου φαίνεται πως έπαιξαν τα ποτάμια που εκβάλλουν στην περιοχή. Ο Λούρος και ο Άραχθος που οριοθετούν ολόκληρη τη βόρεια ακτή εφοδιάζουν αφενός τον κόλπο με γλυκά νερά και αφετέρου συσσωρεύουν μεγάλες ποσότητες φερτών υλικών τα οποία και διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό τη σημερινή εικόνα της ακτογραμμής. Κατά μήκος της κοίτης τους απαντώνται μεγάλες συστάδες από ιτιές και πλατάνια. Οι εκβολές, λόγω της υψηλότερης αλατότητας, καλύπτονται από υποτυπώδη βλάστηση ανθεκτικότερων στο αλάτι ειδών. Κοντά στις εκβολές των ποταμών εκτείνονται βάλτοι γλυκού και αλμυρού νερού. Ιδίως οι γλυκόβαλτοι, στα ανατολικά, ως επί το πλείστον, του Λούρου, θεωρούνται ιδιαίτερα σπάνιοι σε ολόκληρη την Ευρώπη. Οι εκτεταμένοι καλαμιώνες τους, τόπος κατοικίας του χελιού, προσελκύουν μια ιδιαίτερα πλούσια ορνιθοπανίδα που ζει και τρέφεται εκεί. Στην περιοχή του Άραχθου, από την άλλη, εντοπίζονται κυρίως οι αλμυρόβαλτοι. Η υψηλή τους αλατότητα οφείλεται στη διαρκή εναλλαγή από την πλημμύρα στην ξηρασία και για το λόγο αυτό η τοπική χλωρίδα περιορίζεται στις αρμυρήθρες και τα βούρλα όπου φωλιάζουν μαζικά ερωδιοί.

Στην ευρύτερη περιοχή των λιμνοθαλασσών και των ποταμών, εκτεταμένοι καλαμιώνες με αγριοκάλαμα, ψαθιά και βούρλα συγκροτούν ιδιαίτερους βιοτόπους με μεγάλη ποικιλία ζωικών ειδών, πολλά από τα οποία ζουν αποκλειστικά σ’ αυτούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ήταυρος που φωλιάζει όλο το έτος στους καλαμιώνες του Αμβρακικού. Τα ποτάμια, οι πηγές και οι πλημμύρες τροφοδοτούν με γλυκό νερό τους καλαμιώνες, η μεγάλη σπουδαιότητα των οποίων έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι λειτουργούν ως φυσικά φίλτρα που καθαρίζουν τα νερά πριν αυτά καταλήξουν στον κόλπο. Δύο μεγάλοι καλαμιώνες μονοπωλούν το ενδιαφέρον στην περιοχή, ανάμεσα σε άλλους μικρότερους: της Ροδιάς, που με έκταση 30 χιλιάδων στρεμμάτων θεωρείται από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη, και του Φιδόκαστρου στα ανατολικά.

Τα καλάμια αποτελούν και το κυρίαρχο είδος στη βόρεια πλευρά του κόλπου. Στα σημεία με μεγαλύτερη αλατότητα επικρατεί η αλόφιλη βλάστηση ενώ κοντά στα ποτάμια απαντώνται υδροχαρή είδη όπως πλατάνια, ιτιές και φράξοι. Απομεινάρια δασών και θάμνοι καλύπτουν τους γύρω λόφους ενώ δε λείπουν και τα καταπράσινα υδρόβια λιβάδια, κυρίως στις εκβολές των ποταμών και στις λιμνοθάλασσες.

Σε αυτό το σύμπλεγμα των οικοσυστημάτων απαντάται μια χαρακτηριστική πανίδα, πλούσια κι εντυπωσιακή. Ο επισκέπτης γρήγορα θα αντιληφθεί ότι στον Αμβρακικό κυριαρχούν τα υδρόβια πτηνά στα οποία και οφείλεται η αναγνώρισή του ως υγροτόπου διεθνούς σημασίας. Τα περισσότρα από 270 είδη πουλιών που έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί στην περιοχή αποτέλεσαν βασικό κριτήριο γι’ αυτή την αναγνώριση αν και θα πρέπει να επισημανθεί πως, πέρα από τον ορνιθολογικό της πλούτο, η περιοχή του κόλπου αποτελεί καταφύγιο για πολυάριθμα άλλα είδη.

Από τα πουλιά του κόλπου μόνο το ένα τέταρτο είναι μόνιμοι κάτοικοι ενώ τα υπόλοιπα εμφανίζονται σε τακτά διαστήματα είτε για αναπαραγωγή είτε για ξεχειμώνιασμα είτε απλώς για μια σύντομη στάση στη μεταναστευτική τους πορεία.

Μία επιπλέον ιδιαιτερότητα του Αμβρακικού είναι πως, χάρη στα οικοσυστήματά του αλλά και στο ειδικό καθεστώς που τον διέπει, από τα πουλιά που βρίσκουν εδώ καταφύγιο τα μισά σχεδόν (126) θεωρούνται σπάνια ή απειλούμενα. Σε ορισμένα μάλιστα από αυτά αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία, λόγω σημαντικής μείωσης του αριθμού τους που παρατηρείται ειδικά τα τελευταία χρόνια.

Ο Αργυροπελεκάνος (Pelecanus crispus), σήμα κατατεθέν του Αμβρακικού, είναι ο μοναδικός σε όλη την Ευρώπη που φωλιάζει σε λιμνοθάλασσες κοντά στην ακτή. Απαντάται σε μικρούς πληθυσμούς και θεωρείται απειλούμενο είδος παγκοσμίως.

Συγγενής του κορμοράνου, η Λαγγόνα (Phalacrocorax pygmeus) εμφανίζεται στην περιοχή κατά τους χειμερινούς μήνες και μόνο σποραδικά, μετά τη δραματική μείωσή της από τη δεκαετία του ’60, όταν οι βιότοποι συρρικνώθηκαν αισθητά λόγω των εγγειοβελτιωτικών έργων. Ο Ήταυρος, σπάνιο και αυστηρά προστατευόμενο είδος ερωδιού, προτιμά τους καλαμιώνες και τα γλυκά νερά. Παρότι κατά κανόνα έρχεται στην Ελλάδα από την Ανατολική Ευρώπη το χειμώνα, στον κόλπο απαντάται όλο το έτος. Είναι γνωστός και ως «ξωτικό των βάλτων», λόγω του απόκοσμου κρωξίματός του που τις νύχτες ακούγεται από πολύ μεγάλη απόσταση. Μειωμένοι και στον Αμβρακικό είναι οι πληθυσμοί της Βαλτόπαπιας (Aythya nyroca) που αριθμεί μόλις μερικές δεκάδες ζευγάρια. Όπως και ο ήταυρος, φωλιάζει στους γλυκόβαλτους, στο δυτικό κυρίως τμήμα του κόλπου.  Στα πρόθυρα της εξαφάνισης βρίσκεται ο Κραυγαετός (Aquila pomarina) λόγω της συρρίκνωσης των φυσικών δασών κοντά σε υγρότοπους όπου φωλιάζει. Ελάχιστοι, τέλος, Στικταετοί, από τα σπανιότερα είδη στην Ευρώπη, επισκέπτονται την περιοχή το χειμώνα. Πέρα από τα παραπάνω είδη, πολλά ακόμη πουλιά προσφέρονται για παρατήρηση στους επισκέπτες: πολλά είδη Ερωδιών, Χαλκόκοτες, Χουλιαρομύτες και Βασιλαετοί είναι ορισμένα από αυτά, όπως επίσης και η Λεπτομύτα (Numenius tenuirostris) που θεωρείται το σπανιότερο πουλί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά και πέρα από τα πουλιά, η ευρύτερη περιοχή του κόλπου αποτελεί παράδεισο για μια πληθώρα άλλων έμβιων όντων, ασπόνδυλων, ερπετών και αμφίβιων (όπως η θαλάσσια χελώνα Caretta Caretta που έρχεται στον Αμβρακικό για τροφή), θηλαστικών (με χαρακτηριστικότερο είδος το  Ρινοδέλφινο) και, ασφαλώς, ψαριών (τσιπούρες, κέφαλοι, λαυράκια, γλώσσες κλπ) που εισέρχονται στον Αμβρακικό και από εκεί στις λιμνοθάλασσες αναζητώντας νερά λιγότερο αλμυρά. Εκεί, στις διόδους των νησίδων στήνονται οι καλαμωτές που παγιδεύουν τα ψάρια κατά την έξοδό τους μερικούς μήνες μετά, αφότου έχουν ήδη αναπαραχθεί στα αβαθή νερά της λιμνοθάλασσας. Με τον τρόπο αυτό, πέρα από την αλίευση των μεγάλων ψαριών, επιτυγχάνεται η συγκράτηση και ανάπτυξη του γόνου στις κλειστές αυτές περιοχές των οποίων την εκμετάλλευση, μετά την κρατικοποίησή τους, έχουν οι αλιευτικοί συνεταιρισμοί.

Τα δελφίνια του Αμβρακικού

Ωστόσο, οι λιμνοθάλασσες δεν αποτελούν το μοναδικό πεδίο δράσης. Πέρα από τα παραπάνω είδη, κουτσομούρες, γαρίδες, σαργοί και ροφοί, όπως επίσης και διάφορα οστρακοειδή αλιεύονται συστηματικά στο κύριο τμήμα του κόλπου.

Μια πληθώρα αλιευτικών εργαλείων επιβιώνει με ελάχιστες τροποποιήσεις ως σήμερα: από το απλό καμάκι, την απόχη και το παραγάδι μέχρι τους βωλκούς  (μακρόστενοι δικτυωτοί σάκοι για παγίδευση χελιών), τον  καμαρολόγο (παγίδα για καλαμάρια) και το γκάγκαμο (εργαλείο για αλίευση οστράκων).

Σούρουπο στον Αμβρακικό

Επιπλέον εργαλεία για τα εσωτερικά νερά, πέρα από την καλαμωτή (στη μορφή της γυροβολιάς ή του διβαριού), είναι ο γρύπος, τα καλαμίδια και το ξυλόδιχτο. Στα ποτάμια χρησιμοποιείται η  καμπάνα (δίχτυ πλαισιωμένο σε ξύλα που βυθίζεται σε συγκεκριμένα σημεία και με απότομο τράβηγμα αιχμαλωτίζει τα ψάρια που κυκλοφορούν από πάνω του), ενώ στα ανοιχτά, εφαρμόζονται μέθοδοι όπως το νταλιάνι, το πυροφάνι , η συρτή και η καλαμωτή θαλάσσης.

Παράλληλα με την κατεξοχήν αλιευτική παραγωγή, σημαντική θέση κατέχει παραδοσιακά η επεξεργασία των αλιευμάτων του Αμβρακικού. Στα κύρια προϊόντα αυτών των πρακτικών συμπεριλαμβάνεται το  Αυγοτάραχο και το πετάλι. Το πρώτο αποτελείται από τα αυγά του κέφαλου που αλατίζονται και συσκευάζονται με κερί για να συντηρηθούν, ενώ το δεύτερο που θεωρείται αποκλειστικότητα της ευρύτερης περιοχής του Ιονίου είναι παστά φιλέτα κεφάλου που, αφού αλατιστούν και ξεραθούν στον ήλιο, ψήνονται στα κάρβουνα.

Με τη θαλάσσια αυτή πανίδα ήταν πάντα στενά συνδεδεμένη η ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή. Η αλιεία αποτελούσε την κύρια δραστηριότητα που συστηματοποιήθηκε από πολύ νωρίς, ιδίως στην ευρύτερη περιοχή της βόρειας ακτής όπου η φυσική διαμόρφωση των εδαφών (πλημμύρες, βάλτοι, λιμνοθάλασσες) δεν ευνοούσε ιδιαίτερα άλλες ασχολίες. Παράλληλα, η οργάνωσή της έδωσε το έναυσμα για ανάπτυξη εμπορικών δραστηριοτήτων με την ίδρυση και λειτουργία λιμανιών για φόρτωση εμπορευμάτων μέσα στον κόλπο.

Φορείς και κέντρα πληροφοριών για τον υγροβιότοπο του Αμβρακικού κόλπου:

• Γραφεία ΕΤ.ΑΝ.ΑΜ. (Τηλ. 26820.77115)

• Κέντρο έρευνας Σαλαώρας, όπου μεταδίδεται απ’ ευθείας η ζωή των πτηνών στο Τσουκαλιό (Τηλ. 26810.74772).

• Kέντρο Πληροφοριών Κόπραινας, όπου λειτουργεί μουσείο φυσικής ιστορίας (με σκάφη αλλιευτικά, εργαλεία, βάρκες, δίχτυα, κ.α.), βιβλιοθήκη, εκθετήριο, αίθουσα προβολών καθώς και ξενώνας (Τηλ. 26810.69683).

• Μουσείο Μικροπανίδας στο Νεοχώρι

• Παρατηρητήριο υγροβιότοπου στο Φάρο Κόπραινας με τηλεσκόπια και κυάλια  (εδώ υπάρχει και μουσείο Φάρων).

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ